Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωροφυλακίστικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη συμπεριφορά που παρέπεμπε σε χωροφύλακα όταν η χωροφυλακή υπήρχε και ασκούσε αστυνομικά αλλά και στρατιωτικά καθήκοντα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χωροφυλακίστικος < χωροφύλακας

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχωροφυλακίστικοςχωροφυλακίστικηχωροφυλακίστικο
Γενικήχωροφυλακίστικουχωροφυλακίστικηςχωροφυλακίστικου
Αιτιατικήχωροφυλακίστικοχωροφυλακίστικηχωροφυλακίστικο
Κλητικήχωροφυλακίστικεχωροφυλακίστικηχωροφυλακίστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχωροφυλακίστικοιχωροφυλακίστικεςχωροφυλακίστικα
Γενικήχωροφυλακίστικωνχωροφυλακίστικωνχωροφυλακίστικων
Αιτιατικήχωροφυλακίστικουςχωροφυλακίστικεςχωροφυλακίστικα
Κλητικήχωροφυλακίστικοιχωροφυλακίστικεςχωροφυλακίστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →