Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωροφύλαξ

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο χωροφύλακας (καθαρεύουσα) σε χρήση στα νέα ελληνικά… Βικιλεξικό
    • Αμάν, κύριε χωροφύλαξ, μη μου κόψεις κλήση!
  2. ο χωροφύλακας (καθαρεύουσα) σε χρήση στα νέα ελληνικά… Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χωροφύλαξ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χωροφύλαξ μέσω της καθαρεύουσας

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →