Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωρόχρονος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ενιαία δομή τεσσάρων διαστάσεων που σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν αποτελούν ο χώρος και ο χρόνος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χωρόχρονος < χωρο- + χρόνος, μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Raumzeit

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχωρόχρονοςχωρόχρονοι
Γενικήχωροχρόνου / χωρόχρονουχωροχρόνων / χωρόχρονων
Αιτιατικήχωρόχρονοχωροχρόνους / χωρόχρονους
Κλητικήχωρόχρονεχωρόχρονοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

χωροχρόνος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χωρόχρονος Βικιλεξικό
    • Τέτοιες λύσεις είναι οι περιπτώσεις όπου ο χωροχρόνος παρουσιάζει τεράστιες καμπυλώσεις σε ωρισμένα σημεία, ώστε να δημιουργηθούν «σκουληκότρυπες», δηλαδή «τρύπες» απ' όπου μπορεί κανείς να πάει σε πολύ διαφορετικά σημεία του χώρου (π.χ. σε άλλους αστέρες) και του χρόνου (στο παρελθόν ή στο μέλλον). Υπάρχουν πολλά μυθιστορήματα και ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπου παρουσιάζονται άτομα που προσπαθούν να αλλάξουν το παρελθόν, ή θέλουν να γνωρίσουν το μέλλον. (Δημήτριος, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, Σ. Δαμασκηνός, Αφιέρωμα στον Αρχιεπίσκοπο Δημήτριο, εκδ. Σάκκουλα - Ευνομία, 2002)

Ετυμολογία

χωροχρόνος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχωροχρόνοςχωροχρόνοι
Γενικήχωροχρόνουχωροχρόνων
Αιτιατικήχωροχρόνοχωροχρόνους
Κλητικήχωροχρόνεχωροχρόνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →