χωστή
•
- ιδιωματικόκορμοί δέντρου ή πάσσαλοι στερεωμένοι στην παραλία για το τράβηγμα στη στεριά ενός καϊκιού, ενός πλεούμενου Βικιλεξικό
- Α.Ι. Τζαμτζής, Η ναυτιλία του Πηλίου στην Τουρκοκρατία. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1987 σελ.76-77 αποσπάστατα@books.google [μεταγραφή σε μονοτονικό]
Ετυμολογία
χωστή: ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου χωστός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →