χόριο
•
- ανατομίαη βασική στιβάδα του δέρματος, κάτω από την επιδερμίδα Βικιλεξικό
- ανατομίαο υμένας που περιβάλλει το έμβρυο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χόριο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χόριον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χόριο | χόρια |
| Γενική | χορίου / χόριου | χορίων |
| Αιτιατική | χόριο | χόρια |
| Κλητική | χόριο | χόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →