χόρτα
•
- γενική ονομασία διαφόρων ειδών φαγώσιμων χορταρικών Βικιλεξικό
- στα χόρτα βάζουμε πάντα αλάτι, λάδι και λεμόνι λίγο πριν τα σερβίρουμε
- μερίδα μαγειρεμένων χόρτων(1) Βικιλεξικό
- πιάσε ένα γαύρο και μια χόρτα
- μέρος, τοποθεσία καλυμμένη με χόρτο Βικιλεξικό
- παίζαμε στα χόρτα και με τσίμπησε μια τσουκνίδα
- γενικότερη ονομασία χορταρικών Βικιλεξικό
- Φαίνεται να αποτελούν το ενδιάμεσο στάδιο της συμβίωσης ορισμένων φυτών με βακτηρίδια, συμβάλλοντας στην προσκόλληση βακτηριδίων στα χόρτα (Legumes) (Χριστίνα Τεσσερομμάτη, Φυτά με φαρμακολογικές ιδιότητες: Σύγχρονες Φυτοθεραπευτικές Δυνατότητες, εκδ. Σπανός-Βιβλιοφιλία, 2016, σελ. 99)
Ετυμολογία
→ δείτε τη λέξη χόρτο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →