χύνομαι
•
- διασκορπίζομαι Βικιλεξικό
- ξεχειλίζω Βικιλεξικό
- ορμώ παράφορα σαν ποταμός Βικιλεξικό
- Ο κόσμος χύθηκε στους δρόμους
Ετυμολογία
χύνομαι < παθητική φωνή του ρήματος χύνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χύνομαι | χύνεσαι | χύνεται | χυνόμαστε | χύνεστε | χύνονται |
| Παρατατικός | χυνόμουν / χυνόμουνα | χυνόσουν / χυνόσουνα | χυνόταν / χυνότανε | χυνόμασταν / χυνόμαστε | χυνόσασταν / χυνόσαστε | χυνόντουσαν / χύνονταν |
| Αόριστος | χύθηκα | χύθηκες | χύθηκε | χυθήκαμε | χυθήκατε | χυθήκαν / χυθήκανε / χύθηκαν |
| Μέλλοντας | θα χυθώ / θα χύνομαι | θα χυθείς / θα χύνεσαι | θα χυθεί / θα χύνεται | θα χυθούμε / θα χυνόμαστε | θα χυθείτε / θα χύνεστε | θα χυθούν / θα χυθούνε / θα χύνονται |
| Παρακείμενος | έχω χυθεί | έχεις χυθεί | έχει χυθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χυθεί | είχες χυθεί | είχε χυθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χυθεί / να χυθώ / να χύνομαι | να έχεις χυθεί / να χυθείς / να χύνεσαι | να έχει χυθεί / να χυθεί / να χύνεται | να χυθούμε / να χυνόμαστε | να χυθείτε / να χύνεστε | να χυθούν / να χυθούνε / να χύνονται |
| Προστακτική | — | χύνου / χύσου | — | — | χυθείτε / χύνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →