χύνω δηλητήριο
•
- προφορικόλέω κακίες, γίνομαι κακεντρεχής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χύνω δηλητήριο < → δείτε τις λέξεις χύνω και δηλητήριο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
χύνω δηλητήριο < → δείτε τις λέξεις χύνω και δηλητήριο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →