χύση
•
- εκροή, έκχυση, χύσιμο Βικιλεξικό
- χύτευση Βικιλεξικό
- έντονη βροχή Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςρίξιμο φορτίου ενός σκάφους στη θάλασσα εξαιτίας κακοκαιρίας ή καταδίωξης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χύση < αρχαία ελληνική χύσις (< αρχαία ελληνική χέω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χύση | χύσεις |
| Γενική | χύσης | χύσεων |
| Αιτιατική | χύση | χύσεις |
| Κλητική | χύση | χύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →