χύσι
•
- χυδαίουγρό που κατά το τέλος της συνουσίας εκκρίνεται από τα γεννητικά όργανα. Στον άντρα είναι το σπέρμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χύσι < χύνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χύσι | χύσια |
| Γενική | χυσιού | χυσιών |
| Αιτιατική | χύσι | χύσια |
| Κλητική | χύσι | χύσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →