χύτρα
•
- κουζινικάμεγάλη κατσαρόλα Βικιλεξικό
- Με τις χύτρες που τρώγαμε φαΐ, κάναμε ουρά να πάρουμε νερό από τη θάλασσα και το ανεβάζαμε να πλύνουμε τους καμπινέδες πάνω στο βουνό για να φύγουνε οι ακαθαρσίες για να μη μας φάει η μύγα. (Στη Γυάρο το ‘67, alithia.gr, 22/04/2024 https://www.alithia.gr/kathimerina/sti-gyaro-67)
Ετυμολογία
χύτρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χύτρα < χέω και σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Schnellkochtopf
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χύτρα | χύτρες |
| Γενική | χύτρας | χυτρών |
| Αιτιατική | χύτρα | χύτρες |
| Κλητική | χύτρα | χύτρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →