χύτρια
•
- επάγγελμαθηλυκό του χύτης Βικιλεξικό
- Υπερασπιζόμενη το εργοστάσιό της από τους Γερμανούς, χάθηκε στη μάχη η εργάτρια, χύτρια ατσαλιού, η γενναία Ρωσίδα Όλγα Καβαλίοβα. (*, εφημερίδα Ριζοσπάστης, 2013.03.03. πρόσβαση:2019.06.23.)
Ετυμολογία
χύτρια < χύτης + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χύτρια | χύτριες |
| Γενική | χύτριας | χυτριών |
| Αιτιατική | χύτρια | χύτριες |
| Κλητική | χύτρια | χύτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →