χώνω
•
- βάζω κάτι βαθιά μέσα σε κάτι άλλο Βικιλεξικό
- έχωσε τα λεφτά στην τσέπη
- χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα
- χώθηκε κάτω από δυο μέτρα χιόνι
- μπήγω Βικιλεξικό
- του έχωσε ένα μαχαίρι στην καρδιά
- το μαχαίρι χώθηκε μέχρι το κόκκαλο
- κρύβω κάτι βαθιά μέσα σε κάτι άλλο Βικιλεξικό
- κάπου έχωσα το φάκελο και δεν μπορώ να τον βρω
- τοποθετώ κάτι βιαστικά μέσα σε κάτι άλλο Βικιλεξικό
- έχωσε τα χαρτιά μέσα στο συρτάρι κι έφυγε
- θάβω Βικιλεξικό
- τον χώσανε: τον έθαψαν
- καταφέρνω εκτελώ αυτοβούλως και επιτυχημένα μία δραστηριότητα με αυθόρμητο τρόπο, με σκοπό την προσωπική ικανοποίηση, Βικιλεξικό
- το έχωσα το γκομενάκι (αργκό): το έριξα
- κάνω Βικιλεξικό
- τι χώνεις; (αργκό) : τι κάνεις;
Ετυμολογία
χώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χώνω < ελληνιστική κοινή χώννυμι, αόριστος ἔχωσα < αρχαία ελληνική χόω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χώνω | χώνεις | χώνει | χώνουμε | χώνετε | χώνουν / χώνουνε |
| Παρατατικός | έχωνα | έχωνες | έχωνε | χώναμε | χώνατε | έχωναν / χώναν / χώνανε |
| Αόριστος | έχωσα | έχωσες | έχωσε | χώσαμε | χώσατε | έχωσαν / χώσαν / χώσανε |
| Μέλλοντας | θα χώνω / θα χώσω | θα χώνεις / θα χώσεις | θα χώνει / θα χώσει | θα χώνουμε / θα χώσουμε | θα χώνετε / θα χώσετε | θα χώνουν / θα χώνουνε / θα χώσουν / θα χώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χώσει | έχεις χώσει | έχει χώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χώσει | είχες χώσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χώσει / να χώνω / να χώσω | να έχεις χώσει / να χώνεις / να χώσεις | να έχει χώσει / να χώνει / να χώσει | να χώνουμε / να χώσουμε | να χώνετε / να χώσετε | να χώνουν / να χώνουνε / να χώσουν / να χώσουνε |
| Προστακτική | — | χώνε / χώσε | — | — | χώνετε / χώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χώθηκαχώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →