Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χώρια

επίρρημα
•
  1. χωριστά Βικιλεξικό
  2. εκτός από Βικιλεξικό
    • Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα. (Κοσμάς Ι Χαρπαντίδης, Τα δώρα του πανικού: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 2006, σελ. 162)

Ετυμολογία

χώρια < μεσαιωνική ελληνική χωριά < αρχαία ελληνική χωρίς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →