χώσιμο
•
- οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χώνω Βικιλεξικό
- αργκόη ανάθεση δύσκολης ή δυσβάστακτης εργασίας ή υπηρεσίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χώσιμο < χώνω + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χώσιμο | χωσίματα |
| Γενική | χωσίματος | χωσιμάτων |
| Αιτιατική | χώσιμο | χωσίματα |
| Κλητική | χώσιμο | χωσίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →