ψάλλω
•
- λόγιοψέλνω, τραγουδώ τροπάρια και ύμνους στην εκκλησία ή αλλού Βικιλεξικό
- Όταν δε κατά την εσπέραν των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς επιτρέπεται εις μίαν ομάδα βρακοφόρων Ναξίων να ψάλλουν τα κάλλανδα και να χορεύουν εις το καφενείον, ο Τριζώνης δεν ευρίσκει ησυχίαν
- τραγουδάω τον εθνικό ύμνο Βικιλεξικό
- μαλώνω, κατσαδιάζω κάποιον για ένα ατόπημα ή λάθος του Βικιλεξικό
- μ' αν δεν είνε; Τι θα γίνη τότες τι θα μας ψάλλουν τ' άλλα τα χωριά; Ένας δισταγμός ζωγραφήθηκε αμέσως σε πολλά πρόσωπα· μερικοί κούνησαν το κεφάλι· σύμφωνοι. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, «Ο Αρχαιολόγος»)
- εξυμνώ με ποίηση ή τραγούδι, εξιστορώ] ποιητικά Βικιλεξικό
- Το ποίημα ψάλλει την ελευθερία.
- μεταφορικάτραγουδάω κάτι σχετικά μονότονο Βικιλεξικό
- Γιατί δεν εφωτίζετο της Βέρας μου το δώμα; πώς της γλυκείας μου φωνής δεν ήκουε τους ήχους; ίσως κοιμάται, έλεγα, 'στο απαλό της στρώμα, κι' εκτύπων οι οδόντες μου εξ έρωτος και ψύχους. Και έψαλλαν και έψαλλαν τα χείλη μου τα κρύα, κι' εχάνοντο εις το κενόν οι φλογεροί μου πόθοι, ως ότου πια του τραγουδιού η τόση αρμονία εκόλλησε 'στο στόμα μου και απεκρυσταλλώθη (Γεώργιος Σουρής(Χρειάζεται στοιχεία παραθέματος))
Ετυμολογία
ψάλλω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ψάλλω (ψέλνω ψαλμούς με συνοδεία άρπας) < αρχαία σημασία: παίζω χορδές οργάνου. Συγκρίνετε με το ψέλνω.
Άλλοι τύποι
έψαλαέψαλλαψάλλομαιψάλω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →