ψάλσιμο
•
- η ψαλμωδία, το να ψάλλει κάποιος, συνήθως ο ψάλτης Βικιλεξικό
- η γρίνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψάλσιμο < ψάλλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψάλσιμο | ψαλσίματα |
| Γενική | ψαλσίματος | ψαλσιμάτων |
| Αιτιατική | ψάλσιμο | ψαλσίματα |
| Κλητική | ψάλσιμο | ψαλσίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →