Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψέκα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη πίστη σε ανύπαρκτες συνωμοσίες ή ακραίες απόψεις Βικιλεξικό
    • Τα κόμματα της "Ψέκας"... (capital.gr, 20 Ιουλίου 2021 https://www.capital.gr/o-kostas-stoupas-grafei/3560816/ta-kommata-tis-psekas)
    • Μπορεί η Ελλάδα να είναι η παγκόσμια πρωτεύουσα της ψέκας και της συνωμοσιολογίας, αλλά... (Το γονίδιο της αναισθησίας, koutipandoras.gr, 06/07/2021 https://www.koutipandoras.gr/article/gonidio-tis-anaisthisias)

Ετυμολογία

ψέκα < ψεκασμένος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψέκαψέκες
Γενικήψέκαςψεκών
Αιτιατικήψέκαψέκες
Κλητικήψέκαψέκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →