ψέλιο
•
- κόσμημα που φορούσαν κυρίως οι Πέρσες αλλά και οι Αιγύπτιοι, βραχιόλι στο χέρι ή στον αστράγαλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψέλιο < αρχαία ελληνική ψέλιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψέλιο | ψέλια |
| Γενική | ψέλιου / ψελίου | ψελίων |
| Αιτιατική | ψέλιο | ψέλια |
| Κλητική | ψέλιο | ψέλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →