ψήσιμο
•
- η ενέργεια του ψήνω Βικιλεξικό
- το καθιερωμένο πασχαλιάτικο ψήσιμο του οβελία
- η ενέργεια του ψήνω Βικιλεξικό
- η ενέργεια του ψήνω Βικιλεξικό
- η ενέργεια του ψήνω Βικιλεξικό
- θέλει ο γιος μου να πάρει κονσόλα τα Χριστούγεννα και μου έχει αρχίσει από τώρα το ψήσιμο
Ετυμολογία
ψήσιμο < ψήνω (αοριστικό θέμα ψησ- + -ιμο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψήσιμο | ψησίματα |
| Γενική | ψησίματος | ψησιμάτων |
| Αιτιατική | ψήσιμο | ψησίματα |
| Κλητική | ψήσιμο | ψησίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →