Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψήσιμο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια του ψήνω Βικιλεξικό
    • το καθιερωμένο πασχαλιάτικο ψήσιμο του οβελία
  2. η ενέργεια του ψήνω Βικιλεξικό
  3. η ενέργεια του ψήνω Βικιλεξικό
  4. η ενέργεια του ψήνω Βικιλεξικό
    • θέλει ο γιος μου να πάρει κονσόλα τα Χριστούγεννα και μου έχει αρχίσει από τώρα το ψήσιμο

Ετυμολογία

ψήσιμο < ψήνω (αοριστικό θέμα ψησ- + -ιμο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψήσιμοψησίματα
Γενικήψησίματοςψησιμάτων
Αιτιατικήψήσιμοψησίματα
Κλητικήψήσιμοψησίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →