ψίδιασμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ψιδιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψίδιασμα < ψιδιάζω + -μα < ψίδι < μεσαιωνική ελληνική ἀψίδιον < αρχαία ελληνική ἀψίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψίδιασμα | ψιδιάσματα |
| Γενική | ψιδιάσματος | ψιδιασμάτων |
| Αιτιατική | ψίδιασμα | ψιδιάσματα |
| Κλητική | ψίδιασμα | ψιδιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →