ψίκι
•
- παρωχημένοη πομπή, η ακολουθία του γάμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψίκι < μεσαιωνική ελληνική ψίκιν < ὀψίκιον < ὀβσέκουιον < λατινικό obsequium (η ακολουθία, η συνοδεία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψίκι | ψίκια |
| Γενική | ψικιού | ψικιών |
| Αιτιατική | ψίκι | ψίκια |
| Κλητική | ψίκι | ψίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →