ψαθάδικο
•
- το εμπορικό κατάστημα που πουλούσε -κυρίως παλιότερα- ψάθα και γενικά ψάθινα είδη ή τα επιδιόρθωνε (όπως π.χ. τις ψάθινες καρέκλες) Βικιλεξικό
- το ψαθοχώρι, το χωριό ή η περιοχή που είχε ως κύριο πηγή εισοδήματος την επεξεργασία και εμπορία ψάθινων ειδών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαθάδικο < ψαθ(άς) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαθάδικο | ψαθάδικα |
| Γενική | ψαθάδικου | ψαθάδικων |
| Αιτιατική | ψαθάδικο | ψαθάδικα |
| Κλητική | ψαθάδικο | ψαθάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →