Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψαθάδικο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το εμπορικό κατάστημα που πουλούσε -κυρίως παλιότερα- ψάθα και γενικά ψάθινα είδη ή τα επιδιόρθωνε (όπως π.χ. τις ψάθινες καρέκλες) Βικιλεξικό
  2. το ψαθοχώρι, το χωριό ή η περιοχή που είχε ως κύριο πηγή εισοδήματος την επεξεργασία και εμπορία ψάθινων ειδών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψαθάδικο < ψαθ(άς) + -άδικο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψαθάδικοψαθάδικα
Γενικήψαθάδικουψαθάδικων
Αιτιατικήψαθάδικοψαθάδικα
Κλητικήψαθάδικοψαθάδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →