ψαθάκι
•
- το ανδρικό καπέλο από ψάθα Βικιλεξικό
- η μικρή ψάθα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαθάκι < υποκοριστικό της λέξης ψάθα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαθάκι | ψαθάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ψαθάκι | ψαθάκια |
| Κλητική | ψαθάκι | ψαθάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →