ψαθάς
•
- επάγγελμααυτός που -παλιότερα κυρίως- εμπορευόταν ψάθα ή επεξεργαζόταν την ψάθα για την κατασκευή και επισκευή ψάθινων ειδών, ο ψαθοποιός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαθάς < ψάθα + -ς < ψίαθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαθάς | ψαθάδες |
| Γενική | ψαθά | ψαθάδων |
| Αιτιατική | ψαθά | ψαθάδες |
| Κλητική | ψαθά | ψαθάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →