ψαθοχώρι
•
- χωριό που η κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η επεξεργασία της ψάθας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαθοχώρι < ψάθ(α) + -ο- + -χώρι (κατά το ψαροχώρι, ριζοχώρι, τουρκοχώρι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαθοχώρι | ψαθοχώρια |
| Γενική | ψαθοχωριού | ψαθοχωριών |
| Αιτιατική | ψαθοχώρι | ψαθοχώρια |
| Κλητική | ψαθοχώρι | ψαθοχώρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →