ψαλίδωμα
•
- τραυματίζω κάποιον με ψαλίδι, του μπήγω το ψαλίδι Βικιλεξικό
- παλιότερα σήμαινε κατασκευή με αψίδα ή θόλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαλίδωμα < ψαλιδώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαλίδωμα | ψαλιδώματα |
| Γενική | ψαλιδώματος | ψαλιδωμάτων |
| Αιτιατική | ψαλίδωμα | ψαλιδώματα |
| Κλητική | ψαλίδωμα | ψαλιδώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →