ψαλιδισμένος
•
- που έχει κοπεί με ψαλίδι, είτε από ράφτη με τέχνη και σκόπιμα, είτε κατά λάθος, που φέρει ψαλιδιά Βικιλεξικό
- που έχει υποστεί περικοπές Βικιλεξικό
- ψαλιδισμένος μισθός, ψαλιδισμένη σύνταξη
Ετυμολογία
ψαλιδισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ψαλιδίζω
Άλλοι τύποι
ψαλιδισμέναψαλιδισμένεψαλιδισμένεςψαλιδισμένηψαλιδισμένηςψαλιδισμένοψαλιδισμένοιψαλιδισμένοςψαλιδισμένουψαλιδισμένουςψαλιδισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →