ψαλιδώνω
•
- σχηματίζω αψίδα Βικιλεξικό
- τραυματίζω κάποιον με ψαλίδι Βικιλεξικό
- ≤ συνυπώνυμα: μαχαιρώνω
- παίρνω σχήμα ψαλιδιού Βικιλεξικό
- Έχουμε τα καλύτερα φάρμακα για περμανάντ, τὰ μαλλιά δεν ψαλιδώνουν, δὲν ἀποχρωματίζονται. (Εξέλιξις, Εβδομαδιαία Λεσβιακή Πολιτική Εφημερίς, Μυτιλήνη, 8/4/2025 http://dspace.cplm.gr/bitstream/handle/123456789/13791/08_04_1940.pdf?sequence=1)
Ετυμολογία
ψαλιδώνω < ψαλίδ(α) + -ώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →