Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψαλιδώνω

/psa.liˈðo.no/ρήμα
•
  1. σχηματίζω αψίδα Βικιλεξικό
  2. τραυματίζω κάποιον με ψαλίδι Βικιλεξικό
    • ≤ συνυπώνυμα: μαχαιρώνω
  3. παίρνω σχήμα ψαλιδιού Βικιλεξικό
    • Έχουμε τα καλύτερα φάρμακα για περμανάντ, τὰ μαλλιά δεν ψαλιδώνουν, δὲν ἀποχρωματίζονται. (Εξέλιξις, Εβδομαδιαία Λεσβιακή Πολιτική Εφημερίς, Μυτιλήνη, 8/4/2025 http://dspace.cplm.gr/bitstream/handle/123456789/13791/08_04_1940.pdf?sequence=1)

Ετυμολογία

ψαλιδώνω < ψαλίδ(α) + -ώνω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →