ψαλμωδία
•
- ψαλμός, το να ψάλλει κανείς εκκλησιαστικούς ύμνους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαλμωδία < από το ψαλμωδός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαλμωδία | ψαλμωδίες |
| Γενική | ψαλμωδίας | ψαλμωδιών |
| Αιτιατική | ψαλμωδία | ψαλμωδίες |
| Κλητική | ψαλμωδία | ψαλμωδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →