ψαμμίαση
•
- ιατρικήμορφή νεφρολιθίασης, πάθηση κατά την οποία σχηματίζονται στους νεφρούς κρύσταλλοι αλάτων σαν την άμμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαμμίαση < ψαμμίασις στην καθαρεύουσα < αρχαία ελληνική ψάμμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαμμίαση | ψαμμιάσεις |
| Γενική | ψαμμίασης | ψαμμιάσεων |
| Αιτιατική | ψαμμίαση | ψαμμιάσεις |
| Κλητική | ψαμμίαση | ψαμμιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →