ψαμμιτικός
•
- ο σχετικός με το πέτρωμα του ψαμμίτη Βικιλεξικό
- ψαμμιτικός σχιστόλιθος, κερατόλιθος
- ψαμμιτική μάργα
Ετυμολογία
ψαμμιτικός < ψαμμίτης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαμμιτικός | ψαμμιτική | ψαμμιτικό |
| Γενική | ψαμμιτικού | ψαμμιτικής | ψαμμιτικού |
| Αιτιατική | ψαμμιτικό | ψαμμιτική | ψαμμιτικό |
| Κλητική | ψαμμιτικέ | ψαμμιτική | ψαμμιτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαμμιτικοί | ψαμμιτικές | ψαμμιτικά |
| Γενική | ψαμμιτικών | ψαμμιτικών | ψαμμιτικών |
| Αιτιατική | ψαμμιτικούς | ψαμμιτικές | ψαμμιτικά |
| Κλητική | ψαμμιτικοί | ψαμμιτικές | ψαμμιτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →