ψαράδικο
•
- αλιείατο μαγαζί που πουλάει ψάρια, το ιχθυοπωλείο Βικιλεξικό
- το στυλ παντελονιού που τελειώνει κάτω από το γόνατο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαράδικο < ψαρ(άς) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαράδικο | ψαράδικα |
| Γενική | ψαράδικου | ψαράδικων |
| Αιτιατική | ψαράδικο | ψαράδικα |
| Κλητική | ψαράδικο | ψαράδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →