ψαρεύομαι
•
- (για ψάρι με ψαρεύουν. Βικιλεξικό
- οι κολιοί ψαρεύονται τον Αύγουστο, λέει η παροιμία
- ((μεταφορικά)) προσπαθεί κάποιος να μου αποσπάσει πληροφορίες με το ζόρι. Βικιλεξικό
- ο Νίκος συνάντησε τον Κώστα στο δρόμο και τον ψάρεψε για να μάθει
Ετυμολογία
ψαρεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος ψαρεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →