ψαρικό
•
- προφορικότα ψάρια που τρώμε. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαρικό < ουδέτερο του επίθ. ψαρικός ως ουσ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαρικό | ψαρικά |
| Γενική | ψαρικού | ψαρικών |
| Αιτιατική | ψαρικό | ψαρικά |
| Κλητική | ψαρικό | ψαρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →