ψαροκόκαλο
•
- το κόκαλο του ψαριού Βικιλεξικό
- ύφασματεχνική ύφανσης που δημιουργεί το σχήμα του σκελετού του ψαριού (συνηθίζεται κυρίως υφάσματα για κοστούμια) Βικιλεξικό
- κομμωτικήτρόπος κόμμωσης για πλεξούδα σε μακριά μαλλιά, το αποτέλεσμα της οποίας είναι αυτά να παίρνουν το σχήμα της ραχοκοκαλιάς του ψαριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαροκόκαλο < ψαρο- + κόκαλο, ίσως προέλευσης από τη μεσαιωνική ελληνική ψαροκόκαλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαροκόκαλο | ψαροκόκαλα |
| Γενική | ψαροκόκαλου | ψαροκόκαλων |
| Αιτιατική | ψαροκόκαλο | ψαροκόκαλα |
| Κλητική | ψαροκόκαλο | ψαροκόκαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →