ψαροκόκκαλο
•
- το κοκαλο του ψαριού Βικιλεξικό
- ό,τι μοιάζει στο σχήμα του σκελετού του ψαριού (π.χ. ύφανση, επίστρωση δαπέδου ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαροκόκκαλο < ψάρι + κόκαλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαροκόκκαλο | ψαροκόκκαλα |
| Γενική | ψαροκόκκαλου | ψαροκόκκαλων |
| Αιτιατική | ψαροκόκκαλο | ψαροκόκκαλα |
| Κλητική | ψαροκόκκαλο | ψαροκόκκαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →