ψαρομανάβικο
•
- το κατάστημα του ψαρομανάβη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαρομανάβικο < ψαρομανάβης + -ικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαρομανάβικο | ψαρομανάβικα |
| Γενική | ψαρομανάβικου | ψαρομανάβικων |
| Αιτιατική | ψαρομανάβικο | ψαρομανάβικα |
| Κλητική | ψαρομανάβικο | ψαρομανάβικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →