ψαρονέφρι
•
- γαστρονομίατρυφερό κομμάτι χοιρινού κρέατος από την οσφυϊκή χώρα, κοντά στο νεφρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαρονέφρι < ψαρο- (χωρίς σχέση με το ψαρο- < ψάρι) < υποθετικό υποκοριστικό *ψυάριον / *ψοιάριον με σίγηση του ημιφώνου πριν από το [a] ανάμεσα σε [s] και φωνήεν (όπως και ψιάθιον > ψαθί) < αρχαία ελληνική ψύα / ψόα + νεφρ(ός) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαρονέφρι | ψαρονέφρια |
| Γενική | ψαρονεφριού | ψαρονεφριών |
| Αιτιατική | ψαρονέφρι | ψαρονέφρια |
| Κλητική | ψαρονέφρι | ψαρονέφρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →