Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψαροταβέρνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γαστρονομίαταβέρνα στην οποία προσφέρονται κυρίως θαλασσινά Βικιλεξικό
    • Ο δικηγόρος τους πήγε για το αποχαιρετιστήριο τραπέζι στη σπουδαία ψαροταβέρνα «Σταμάτης», στο Ποσείδι, ελάχιστα χιλιόμετρα μακριά από το ξενοδοχείο τους (Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα, Ο ήρωας του Γιάννη Μαρή σε νέες περιπέτειες, εκδ. Καστανιώτη, 2012)

Ετυμολογία

ψαροταβέρνα < ψαρο- + ταβέρνα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψαροταβέρναψαροταβέρνες
Γενικήψαροταβέρναςψαροταβερνών
Αιτιατικήψαροταβέρναψαροταβέρνες
Κλητικήψαροταβέρναψαροταβέρνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →