ψαροχώρι
•
- αλιείατο παραθαλάσσιο χωριό με πληθυσμό που αποτελείται κυρίως από ψαράδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαροχώρι < ψαρο- + -χώρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαροχώρι | ψαροχώρια |
| Γενική | ψαροχωριού | ψαροχωριών |
| Αιτιατική | ψαροχώρι | ψαροχώρια |
| Κλητική | ψαροχώρι | ψαροχώρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →