ψαρού
•
- γυναίκα ψαρά Βικιλεξικό
- επάγγελμαιδιοκτήτρια ή υπάλληλος σε κατάστημα που πουλάει ψάρια Βικιλεξικό
- οικείοπεριοχή που πουλιούνται ψάρια, κοντά σε θάλασσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαρού < ψαράς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαρού | ψαρούδες |
| Γενική | ψαρούς | ψαρούδων |
| Αιτιατική | ψαρού | ψαρούδες |
| Κλητική | ψαρού | ψαρούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →