ψαρούκλα
•
- κυριολεκτικάτο μεγάλο ψάρι Βικιλεξικό
- χτες έπιασε μια ψαρούκλα τόσο μεγάλη που, επειδή δεν θα τον πίστευαν, αμέσως πόζαρε κρατώντας την και με παρακάλεσε να τον βγάλω φωτογραφία
- στρατιωτική αργκόο νεοσύλλεκτος στρατιώτης Βικιλεξικό
- απολύομαι ψαρούκλες, τα μαλλιά μου κάνω μπούκλες
Ετυμολογία
ψαρούκλα < ψάρ(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -ούκλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαρούκλα | ψαρούκλες |
| Γενική | ψαρούκλας | — |
| Αιτιατική | ψαρούκλα | ψαρούκλες |
| Κλητική | ψαρούκλα | ψαρούκλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →