ψαρότοπος
•
- αλιείατοποθεσία όπου μπορεί κανείς να βρει σε αφθονία ψάρια για να ψαρέψει με ευκολία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαρότοπος < ψαρό- + -τοπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαρότοπος | ψαρότοποι |
| Γενική | ψαρότοπου | ψαρότοπων |
| Αιτιατική | ψαρότοπο | ψαρότοπους |
| Κλητική | ψαρότοπε | ψαρότοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →