ψαρότρατα
•
- ναυτικός όροςψαροκάικο για ψάρεμα με τράτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαρότρατα < ψάρ(ι) + -ό- + τράτα (< βενετικά trata)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαρότρατα | ψαρότρατες |
| Γενική | ψαρότρατας | ψαροτρατών |
| Αιτιατική | ψαρότρατα | ψαρότρατες |
| Κλητική | ψαρότρατα | ψαρότρατες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →