ψαχνός
•
- γαστρονομίαπου έχει μόνο (ή κυρίως) σάρκα και (σχεδόν) καθόλου κόκαλα ή λίπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαχνός < ελληνιστική κοινή *ψαχνός / σαχνός (μαλακός, τρυφερός, ισχνός), με επίδραση και του ρήματος ψώχω (<ψώω) / σώχω (ψιλοτρίβω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαχνός | ψαχνή | ψαχνό |
| Γενική | ψαχνού | ψαχνής | ψαχνού |
| Αιτιατική | ψαχνό | ψαχνή | ψαχνό |
| Κλητική | ψαχνέ | ψαχνή | ψαχνό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαχνοί | ψαχνές | ψαχνά |
| Γενική | ψαχνών | ψαχνών | ψαχνών |
| Αιτιατική | ψαχνούς | ψαχνές | ψαχνά |
| Κλητική | ψαχνοί | ψαχνές | ψαχνά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →