ψαχουλεύω
•
- ψάχνω να βρω κάτι ανασκαλεύοντας κι ανακατεύοντας άλλα πράγματα Βικιλεξικό
- ψάχνω κάτι (στα τυφλά) ψηλαφώντας με τα δάχτυλά μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαχουλεύω < συμφυρμός των ψάχω + χαλεύω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Άλλοι τύποι
ψαχουλεύομαιψαχουλεύτηκαψαχούλεψα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →