ψεγαδιάζω
•
- λαϊκότροποεντοπίζω κάποιο ψεγάδι σε πρόσωπο ή αντικείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψεγαδιάζω < ψεγάδι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψεγαδιάζω | ψεγαδιάζεις | ψεγαδιάζει | ψεγαδιάζουμε | ψεγαδιάζετε | ψεγαδιάζουν / ψεγαδιάζουνε |
| Παρατατικός | ψεγάδιαζα | ψεγάδιαζες | ψεγάδιαζε | ψεγαδιάζαμε | ψεγαδιάζατε | ψεγάδιαζαν / ψεγαδιάζαν / ψεγαδιάζανε |
| Αόριστος | ψεγάδιασα | ψεγάδιασες | ψεγάδιασε | ψεγαδιάσαμε | ψεγαδιάσατε | ψεγάδιασαν / ψεγαδιάσαν / ψεγαδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ψεγαδιάζω / θα ψεγαδιάσω | θα ψεγαδιάζεις / θα ψεγαδιάσεις | θα ψεγαδιάζει / θα ψεγαδιάσει | θα ψεγαδιάζουμε / θα ψεγαδιάσουμε | θα ψεγαδιάζετε / θα ψεγαδιάσετε | θα ψεγαδιάζουν / θα ψεγαδιάζουνε / θα ψεγαδιάσουν / θα ψεγαδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψεγαδιάσει | έχεις ψεγαδιάσει | έχει ψεγαδιάσει | έχουμε ψεγαδιάσει | έχετε ψεγαδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψεγαδιάσει | είχες ψεγαδιάσει | είχε ψεγαδιάσει | είχαμε ψεγαδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψεγαδιάσει / να ψεγαδιάζω / να ψεγαδιάσω | να έχεις ψεγαδιάσει / να ψεγαδιάζεις / να ψεγαδιάσεις | να έχει ψεγαδιάσει / να ψεγαδιάζει / να ψεγαδιάσει | να έχουμε ψεγαδιάσει / να ψεγαδιάζουμε / να ψεγαδιάσουμε | να έχετε ψεγαδιάσει / να ψεγαδιάζετε / να ψεγαδιάσετε | να ψεγαδιάζουν / να ψεγαδιάζουνε / να ψεγαδιάσουν / να ψεγαδιάσουνε |
| Προστακτική | — | ψεγάδιαζε / ψεγάδιασε | — | — | ψεγαδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ψεγαδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →