ψεκαστήρας
•
- μηχανισμός για ψέκασμα, ράντισμα, γενικά για ρήψη μικρής ποσότητας υγρού σε αναλογικά μεγάλη διασπορά ή σε σχετικά μεγάλη έκταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψεκαστήρας < ψεκαστήρ στην καθαρεύουσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψεκαστήρας | ψεκαστήρες |
| Γενική | ψεκαστήρα | ψεκαστήρων |
| Αιτιατική | ψεκαστήρα | ψεκαστήρες |
| Κλητική | ψεκαστήρα | ψεκαστήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →