Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψεσινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοκαι (λαϊκότροπο) λέξη για το χτεσινός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψεσινός < μεσαιωνική ελληνική ὀψές και ἐψές < αρχαία ελληνική ὀψέ ("αργά το βράδυ" και "μετά από καιρό")

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψεσινόςψεσινήψεσινό
Γενικήψεσινούψεσινήςψεσινού
Αιτιατικήψεσινόψεσινήψεσινό
Κλητικήψεσινέψεσινήψεσινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψεσινοίψεσινέςψεσινά
Γενικήψεσινώνψεσινώνψεσινών
Αιτιατικήψεσινούςψεσινέςψεσινά
Κλητικήψεσινοίψεσινέςψεσινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →